Δείτε επίσης: κῦρος, Κύρος, Κῦρος, κυρός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το κύρος
      γενική του κύρους
    αιτιατική το κύρος
     κλητική κύρος
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κῦρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύρος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. επιβολή που ασκεί κάποιος λόγω της ανωτερότητάς του
  2. ισχύς, εγκυρότητα
  3. γενική αποδοχή της αξίας κάποιου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία