Δείτε επίσης: κύρια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυρία οι κυρίες
      γενική της κυρίας των κυριών
    αιτιατική την κυρία τις κυρίες
     κλητική κυρία κυρίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυρία < κύριος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ˈɾi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυρία θηλυκό

  1. ενήλικη γυναίκα
    τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν
  2. λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα
    η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου
    η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της τη Δήμητρα κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά
  3. γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια κ.λπ
    μια πραγματική κυρία
  4. έτσι αποκαλείται από τους μαθητές της μια δασκάλα ή καθηγήτρια
    η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο
  5. (αργκό) (παρωχημένο) κακοποιός που δεν μιλάει στις Αρχές για τους συναδέλφους του. Βασίζεται στο γεγονός ότι παλαιότερα οι κυρίες πλούσιων οικογενειών δεν μιλούσαν στους φτωχούς ανθρώπους, θεωρώντας αυτό ντροπή & ταπείνωση
    Κάτω στα λε-, κάτω στα λε-, κάτω στα λεμονάδικα
    κάτω στα λεμονάδικα, έγινε φασαρία
    δυό λαχανάδες πιάσανε
    κι έκαναν την "κυρία"


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία