Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευγένεια ευγένειες
γενική ευγένειας ευγενειών
αιτιατική ευγένεια ευγένειες
κλητική ευγένεια ευγένειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευγένεια < αρχαία ελληνική εὐγένεια

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛv.ˈʝɛ.ni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευγένεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του ευγενικού
    συμπεριφέρεται πάντοτε με ευγένεια, ακόμα και όταν είναι εκνευρισμένος
  2. η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη
    τίτλος ευγενείας
  3. (παρωχημένο) η ευγένειά σας: ως προσφώνηση
    Θα ήθελε η ευγένειά σας να μας εξηγήσει τους λόγους της διαφωνίας σας;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία