Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγένεια οι αγένειες
      γενική της αγένειας των αγενειών
    αιτιατική την αγένεια τις αγένειες
     κλητική αγένεια αγένειες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγένεια < αρχαία ελληνική ἀγένεια < ἀγενής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈʝɛ.ni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγένεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αγενούς, η έλλειψη ευγένειας και καλών τρόπων
  2. αγενής λόγος ή πράξη
    ήταν μεγάλη αγένεια να φύγετε χωρίς ούτε ένα ευχαριστώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία