Δείτε επίσης: εὐγενής
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευγενής η ευγενής το ευγενές
      γενική του ευγενούς* της ευγενούς του ευγενούς
    αιτιατική τον ευγενή την ευγενή το ευγενές
     κλητική ευγενή(ς) ευγενής ευγενές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευγενείς οι ευγενείς τα ευγενή
      γενική των ευγενών των ευγενών των ευγενών
    αιτιατική τους ευγενείς τις ευγενείς τα ευγενή
     κλητική ευγενείς ευγενείς ευγενή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Δείτε και την κλίση των ουσιαστικοποιημένων.
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ευγενής αρχαία ελληνική εὐγενής < εὖ +γένος

  Επίθετο

επεξεργασία

ευγενής, -ής, -ές, συγκριτικός ευγενέστερος, υπερθετικός ευγενέστατος

  1. αριστοκρατικός
    ευγενής καταγωγή
  2. ο ευγενικός στη συμπεριφορά
  3. ο βασισμένος σε υψηλά ιδανικά

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ευγενής οι ευγενείς
      γενική του
του/της
ευγενή
ευγενούς
των ευγενών
    αιτιατική τον/την ευγενή τους/τις ευγενείς
     κλητική ευγενή ευγενείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού,
σε -ους, σε -η, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «συγγενής».
Δείτε και την κλίση του επιθέτου.
Κατηγορία όπως «συγγενής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ευγενής αρσενικό

  Μεταφράσεις

επεξεργασία