Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ευγενέστερος ευγενέστερη ευγενέστερο
γενική ευγενέστερου ευγενέστερης ευγενέστερου
αιτιατική ευγενέστερο ευγενέστερη ευγενέστερο
κλητική ευγενέστερε ευγενέστερη ευγενέστερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευγενέστεροι ευγενέστερες ευγενέστερα
γενική ευγενέστερων ευγενέστερων ευγενέστερων
αιτιατική ευγενέστερους ευγενέστερες ευγενέστερα
κλητική ευγενέστεροι ευγενέστερες ευγενέστερα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευγενέστερος < συγκριτικός βαθμός του ευγενής αλλά συμπληρώνει και το συγκριτικό του ευγενικός ειδικά για άνθρωπο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευγενέστερος, -η, -ο

  1. που είναι πιο ευγενής, πιο ευγενικός, που έχει πιο καλούς τρόπους, που θεωρείται ότι έχει πιο ευγενές υπόβαθρο, που ασκείται με μεγαλύτερη ευγένεια
    Το μπάσκετ θεωρείται ευγενέστερο άθλημα από το ποδόσφαιρο



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία