Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nobility (en)

  1. η τάξη των ευγενών, η αριστοκρατία
  2. η ευγένεια, η ιδιότητα του ευγενούς
    title of nobility - τίτλος ευγενείας