Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τζάκι τα τζάκια
      γενική του τζακιού των τζακιών
    αιτιατική το τζάκι τα τζάκια
     κλητική τζάκι τζάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τζάκι < τουρκική ocak < οθωμανική τουρκική اوجاق (ocak) < πρωτοτουρκική *(h)ōtčak / *ōtčuk (τζάκι) < *(h)ōt (φωτιά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τζάκι ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο
  2. (μεταφορικά) αρχοντική οικογένεια / ευγενική καταγωγή

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία