Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κύριος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κύριος κύρια κύριο
γενική κύριου κύριας κύριου
αιτιατική κύριο κύρια κύριο
κλητική κύριε κύρια κύριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κύριοι κύριες κύρια
γενική κύριων κύριων κύριων
αιτιατική κύριους κύριες κύρια
κλητική κύριοι κύριες κύρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύριος < αρχαία ελληνική κύριος < κῦρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.ɾi.ɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κύριος -α -ο

  1. που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, τη μεγαλύτερη σημασία, πρωτεύων, σημαντικός
    οι κύριοι στόχοι μας για το επόμενο εξάμηνο είναι οι εξής:...
    η κύρια σύνταξη και η επικουρική
  2. (γραμματική) κύρια πρόθεση: η πρόθεση των αρχαίων ελληνικών που χρησιμοποιείται τόσο στη σύνθεση όσο και στο σχηματισμό εμπρόθετων με πλάγιες πτώσεις (βλέπε και καταχρηστικός)
  3. (γραμματική) κύρια πρόταση: η πρόταση που μπορεί να σταθεί μόνη της στο λόγο, αυτή που δεν εξαρτάται από κάποια άλλη (βλέπε και δευτερεύων)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο κύριος οι κύριοι
γενική του κυρίου των κυρίων
αιτιατική τον κύριο τους κυρίους
κλητική κύριε κύριοι
Παράρτημα

κύριος αρσενικό (θηλυκό: κυρία)

  1. ο κυρίαρχος
    όταν θα είσαι κύριος του εαυτού σου, να γυρνάς σπίτι ό,τι ώρα θέλεις!
  2. ενήλικος άνδρας
    ήρθαν δύο κύριοι και σε ζητούσαν
  3. συνοδεύει το όνομα ή το επώνυμο ενός ενήλικου άνδρα
    ο κύριος Παπαδόπουλος· ο κύριος Νίκος
  4. ο έντιμος και αξιοπρεπής άντρας, αυτός που κρατάει πάντα τη θέση του
    ο τάδε είναι ένας πραγματικός κύριος
    η μικρή του έκανε τα γλυκά μάτια, αλλά αυτός στάθηκε κύριος (δεν υπέκυψε στον πειρασμό)
  5. (προσφώνηση) ως προσφώνηση οποιουδήποτε άντρα και στο σχολείο του δασκάλου από τους μαθητές
    Κύριε, κύριε, να πάω έξω;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύριος < κῦρος < κυρόω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkyː.ri.os/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κύριος α, ον

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύριος αρσενικό

  1. (προσφώνηση) (μεταγενέστερη ελληνική , στην κλητική) προσφώνηση που δείχνει σεβασμό
    προσέδραμε δὲ ὁ παῖς εἰς συνάντησιν αὐτῇ καὶ εἶπε· πότισόν με δὴ μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου. ἡ δὲ εἶπε· πίε͵ κύριε. (Φίλων Ιουδαίος)