Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άντρας

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
το σύμβολο του φύλου των ανδρών είναι το σύμβολο του Άρη
 
o Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνδρας άνδρες
γενική άνδρα ανδρών
αιτιατική άνδρα άνδρες
κλητική άνδρα άνδρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άνδρας < αρχαία ελληνική ἀνήρ, αιτιατική, ἄνδρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈan.ðɾas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άνδρας αρσενικό και άντρας

  1. κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί)
    ο άνδρας· εν αντιθέσει με το παιδί
  • Δεν ήθελα να πιω, ήθελα να κλάψω γιατί δεν είμαι άντρας αλλά παιδί. (Γιάννης Ξανθούλης, Το πεθαμένο λικέρ)
  1. ο σύζυγος
    τηλεφώνησε ο άνδρας της
  2. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)
    αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άνδρας
  3. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης
    ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες του
    οι άνδρες της ομάδας διάσωσης

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία