Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eɾ.ˈcɛc/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

erkek (tr)

  1. άτομο αρσενικού γένους
  2. ο άνδρας, άντρας

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία