Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

(tr)

  1. σύζυγος; ο άντρας ή η γυναίκα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

(tr)

  1. ίδιος, παρόμοιος, όμοιος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία