Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

 
adamlar

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

adam (tr)

  1. ο άνδρας, άντρας; κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί)
  2. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης.
  3. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία