Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

 
kadın

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kadın (tr)

  1. η γυναίκα; κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι)

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία