Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παρόμοιος παρόμοια παρόμοιο
γενική παρόμοιου παρόμοιας παρόμοιου
αιτιατική παρόμοιο παρόμοια παρόμοιο
κλητική παρόμοιε παρόμοια παρόμοιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρόμοιοι παρόμοιες παρόμοια
γενική παρόμοιων παρόμοιων παρόμοιων
αιτιατική παρόμοιους παρόμοιες παρόμοια
κλητική παρόμοιοι παρόμοιες παρόμοια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρόμοιος < αρχαία ελληνική παρόμοιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παρόμοιος, -α, -ο

Τι ωραία μλπούζα! Έχω κι εγώ μια παρόμοια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρόμοιος < παρά + ὅμοιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παρόμοιος -ος/-η/-α -ον

  1. που μοιάζει αρκετά, αρκετά όμοιος
  2. (για αριθμούς) σχεδόν ίσος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία