Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ̃w̃ʃˈt͡ʃ̑ɨzna/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mężczyzna (pl) αρσενικό

  • ο ενήλικας αρσενικός άνθρωπος, ο άντρας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία