Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mann die Männer
γενική des Mannes der Männer
δοτική dem Mann(e) den Männern
αιτιατική den Mann die Männer

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Mann 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Mann (de) (πληθυντικός Männer) αρσενικό

  1. ο άντρας
  2. (σπάνια) ο άνθρωπος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία