Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επιφώνημα τα επιφωνήματα
      γενική του επιφωνήματος των επιφωνημάτων
    αιτιατική το επιφώνημα τα επιφωνήματα
     κλητική επιφώνημα επιφωνήματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιφώνημα < μεταγενέστερη ελληνική ἐπιφώνημα < ἐπιφωνέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιφώνημα ουδέτερο

  1. (γραμματική) άκλιτη λέξη που φανερώνει αβεβαιότητα, αηδία, απορία, άρνηση, ειρωνεία, έπαινο, ευχή, θαυμασμό, κάλεσμα, λύπη, παρακίνηση, περίπαιγμα, πόνο, στενοχώρια, κλπ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • επιφωνηματική έκφραση : κάθε λέξη ή έκφραση που χρησιμοποιείται σαν επιφώνημα
Μπορεί να είναι ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, επίρρημα ή και (σύντομη) φράση.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία