Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wykrzyknik (pl) αρσενικό

  1. το θαυμαστικό (σημείο στίξης)
  2. (γραμματική) το επιφώνημα (μέρος του λόγου)