Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επικουρικός η επικουρική το επικουρικό
      γενική του επικουρικού της επικουρικής του επικουρικού
    αιτιατική τον επικουρικό την επικουρική το επικουρικό
     κλητική επικουρικέ επικουρική επικουρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επικουρικοί οι επικουρικές τα επικουρικά
      γενική των επικουρικών των επικουρικών των επικουρικών
    αιτιατική τους επικουρικούς τις επικουρικές τα επικουρικά
     κλητική επικουρικοί επικουρικές επικουρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επικουρικός < αρχαία ελληνική ἐπικουρικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επικουρικός, -ή, -ό

  1. βοηθητικός, ενισχυτικός
  2. συμπληρωματικός (πχ για εισόδημα)
    επικουρικό ταμείο ασφάλισης
    η κύρια σύνταξη και η επικουρική

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία