↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόθεση οι προθέσεις
      γενική της πρόθεσης* των προθέσεων
    αιτιατική την πρόθεση τις προθέσεις
     κλητική πρόθεση προθέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, προθέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πρόθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόθεσις < προτίθημι < πρό (μπροστά) + τίθημι (βάζω)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πρόθεση θηλυκό

  1. η συνειδητή βούληση που κινητοποιεί κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό
    Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.
    Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.
  2. (γραμματική) άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους
    <μερικές προθέσεις της νέας ελληνικής, όπως η «αντί» και η «μεταξύ», συντάσσονται με γενική.
  3. (ιατρική) μηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
  4. (εκκλησιαστικός όρος) η παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία
  5. (αρχιτεκτονική, στους βυζαντινούς ναούς) χώρος στα αριστερά (βόρεια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρή αψίδα, όπως και το διακονικό στην άλλη πλευρά του ιερού

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. πρόθεση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.