Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προθήκη οι προθήκες
      γενική της προθήκης των προθηκών
    αιτιατική την προθήκη τις προθήκες
     κλητική προθήκη προθήκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Προθήκες σε αίθουσα μουσείου.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προθήκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προθήκη < προ- + -θήκη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προθήκη θηλυκό

  • (έπιπλο) ειδικό έπιπλο με διάφανο (π.χ. γυάλινο) σκέπασμα ή πλευρές που χρησιμεύει στο να τοποθετούνται, να φυλάσσονται ή να εκτίθενται μέσα σ' αυτό πολύτιμα ή ευαίσθητα αντικείμενα
    Ορισμένα εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου είναι τοποθετημένα μέσα σε αεροστεγείς προθήκες.
    → δείτε και τη λέξη βιτρίνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική προθήκη αἱ προθῆκαι
      γενική τῆς προθήκης τῶν προθηκῶν
      δοτική τῇ προθήκ ταῖς προθήκαις
    αιτιατική τὴν προθήκην τὰς προθήκᾱς
     κλητική ! προθήκη προθῆκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  προθήκ
γεν-δοτ τοῖν  προθήκαιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προθήκη < αρχαία ελληνική προ- + -θήκη → δείτε τη λέξη προτίθημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προθήκη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία