Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

display (en)

  1. απεικόνιση
  2. οπτική παρουσίαση[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

display (en)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • display στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «(oπτική) παρουσίαση» από αναζήτηση « display» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.