Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκθέτω < μεσαιωνική ελληνική εκθέτω < αρχαία ελληνική ἐκτίθημι (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική exposer)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ˈkθε.tɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκθέτω (παθητική φωνή: εκτίθεμαι)

  1. βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν
  2. παρουσιάζω, αναπτύσσω, αφηγούμαι
  3. αφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία