Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκθετος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έκθετος, -η, -ο

  • αυτός που μένει χωρίς προστασία, απροστάτευτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία