Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκτίθεμαι < αρχαία ελληνική ἐκτίθεμαι < μέση φωνή του ἐκτίθημι < ἐκ + τίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκτίθεμαι

  1. εκθέτω τον εαυτό μου ή με εκθέτουν οι άλλοι σε κοινή θέα, σε κάτι συνήθως -αλλα όχι πάντα- αρνητικό, βρίσκομαι ευάλωτος και απροστάτευτος, αφύλαχτος, τίθεμαι σε δημόσια κρίση
    Με αυτό που κάνεις, εγώ είμαι εκείνος που εκτίθεται.
    Ο Παπάζογλου εκτέθηκε στις εκλογές (κατέβηκε ως υποψήφιος)
    Αισθάνομαι οικονομικά εκτεθειμένη σε απρόβλεπτους κινδύνους (είμαι ακάλυπτη)
    Ο πίνακας εκτίθεται στο Λούβρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία