Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
show shows

show (en)

  1. θέαμα, παράσταση
  2. τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα

3 επίδειξη με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας show
γ΄ ενικό ενεστώτα shows
αόριστος showed
παθητική μετοχή shown
ενεργητική μετοχή showing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Και απαρχαιωμένος αόριστος shew.

show (en)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

show < (άμεσο δάνειο) αγγλική show θέαμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʃo/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
show shows

show (fr) αρσενικό

  1. θέαμα (συνήθως τηλεοπτικό) που βασίζεται σε έναν παρουσιαστή ή μια βεντέτα
    → δείτε τη λέξη  one man show
  2. (κατ' επέκταση) εμφάνιση ενός πολιτικού προσώπου όπου προσπαθεί να πείσει τους εκλογείς του

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία