Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θέαμα τα θεάματα
      γενική του θεάματος των θεαμάτων
    αιτιατική το θέαμα τα θεάματα
     κλητική θέαμα θεάματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέαμα < αρχαία ελληνική θέαμα και θέημα (ιωνικός τύπος ) < θεάομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθe.a.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέαμα ουδέτερο

  1. η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις
    μεγαλοπρεπές θέαμα
    θλιβερό θέαμα
    μαγευτικό θέαμα
  2. η δημόσια οργανωμένη παρουσίαση, κυρίως με σκοπό την ψυχαγωγία (δημόσιο θέαμα)
    φόρος δημοσίων θεαμάτων
  3. η παράσταση καλλιτεχνικού χαρακτήρα, ιδίως θέατρο ή κινηματογράφος
    φτηνό θέαμα
    κόσμος του θεάματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία