Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παρατηρητής οι παρατηρητές
      γενική του παρατηρητή των παρατηρητών
    αιτιατική τον παρατηρητή τους παρατηρητές
     κλητική παρατηρητή παρατηρητές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρατηρητής < αρχαία ελληνική παρατηρῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ti.ɾi.ˈtis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παρατηρητής αρσενικό

  1. το άτομο που παρατηρεί
  2. (ειδικότερα) ο επιστήμονας που παρατηρεί και καταγράφει την εξέλιξη ενός φαινομένου, τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή ενός ατόμου, οτιδήποτε, γενικά, σχετίζεται με το αντικέιμενο της έρευνάς του
  3. (φυσική) σημείο σχετικιστικής σύγκρισης
  4. (μειωτικά) το άτομο που αρκείται στο να παρατηρεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση
  5. κάποιος που παρακολουθεί κάτι, χωρίς να έχει κάποια επίσημη ιδιότητα ή δικαίωμα συμμετοχής
  6. (στρατωτικός όρος) το άτομο που εξετάζει τις εχθρικές κινήσεις
  7. επίσημος εντεταλμένος ενός κράτους ή ενός οργανισμού που συμμετέχει σε συζητήσεις επίλυσης προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα επικύρωσης των τυχόν συμφωνιών
  8. (πληθυντικός) οι αντιπρόσωποι διεθνούς οργανισμού, που με ειδική απόφαση μεταβαίνουν σε εμπόλεμες περιοχές, διασφαλίζοντας την εγκυρότητα διαφόρων διαδικασιών
  9. (αθλητισμός) το άτομο που με απόφαση της ομοσπονδίας παρακολουθεί ένα αθλητικό γεγονός και καταγράφει όσα διαδραματίζονται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία