Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σχετικιστικός σχετικιστική σχετικιστικό
γενική σχετικιστικού σχετικιστικής σχετικιστικού
αιτιατική σχετικιστικό σχετικιστική σχετικιστικό
κλητική σχετικιστικέ σχετικιστική σχετικιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σχετικιστικοί σχετικιστικές σχετικιστικά
γενική σχετικιστικών σχετικιστικών σχετικιστικών
αιτιατική σχετικιστικούς σχετικιστικές σχετικιστικά
κλητική σχετικιστικοί σχετικιστικές σχετικιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχετικιστικός <
  1. σχετικισ(μός) + -τικός
  2. (θεωρία της) σχετικότητας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sçε.ti.ci.stiˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σχετικιστικός, -ή, ό

  1. που αναφέρεται στον σχετικισμό ή τον σχετικιστή ή έχει σχέση με αυτούς[1]
  2. (φυσική) που αναφέρεται στη θεωρία της σχετικότητας ή συσχετίζεται με αυτήν ως σώμα ή φυσικό μέγεθος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία