Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

spectacle < λατινική spectaculum < spectare

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /spɛk.takl/
spectacle 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

spectacle (fr) αρσενικό