Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

θεάομαι ( & ιωνικός τύποςθηέομαι)

  1. βλέπω με θαυμασμό
  2. παρατηρώ
  3. είμαι θεατής στο θέατρο
  4. επιθεωρώ