Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

performance < → δείτε τις λέξεις: perform και -ance

  ΠροφοράΕπεξεργασία

(ΗΒ)

ΔΦΑ : /pə.ˈfɔː.məns/

(ΗΠ)

ΔΦΑ : /pɚ.ˈfɔɹ.məns/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

performance (en)

  1. η εκτέλεση μιας ενέργειας, ενός καθήκοντος κ.λπ.
  2. η θεατρική (ή άλλου είδους) παράσταση
  3. η απόδοση (τo κατά πόσο αποδίδει κάποιος ή κάτι στην εργασία που πρέπει να κάνει)
    his performance as a salesman was exceptional

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

performance < αγγλική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛʁ.fɔʁ.mɑ̃s/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
performance performances

performance (fr) θηλυκό

  1. η απόδοση (τo κατά πόσο αποδίδει κάποιος ή κάτι στην εργασία που πρέπει να κάνει)
  2. η επίδοση ενός αθλητή, μηχανής, κ.λπ. σε σχέση με τους άλλους (άλλες)
  3. (μεταφορικά) το κατόρθωμα, η επιτυχία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία