Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

production < produce

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɹəˈdʌkʃən/
ήχος (ΗΒ) 
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

production (en)

  1. η παραγωγή
  2. η θεατρική παράσταση
  3. το προϊόν που παράγεται μαζικά ή είναι έτοιμο να για μαζική παραγωγή
  4. (προγραμματισμός) η παραγωγική λειτουργία λογισμικού (software), σε πραγματικές συνθήκες, αφού έχει περάσει τα στάδια της ανάπτυξης (development) και των δοκιμών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

production 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
production productions

production (fr) θηλυκό

  1. η παραγωγή
  2. η επίδειξη