Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

case < μεσαιωνική αγγλική cas

  1. λατινική casus
  2. λατινική capsa

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
case cases

case (en)

  1. περίπτωση
  2. υπόθεση, θέμα
  3. (γραμματική) πτώση
  4. (στη γραφή) η γραφή με μικρά
  5. κουτί, κιβώτιο

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (just) in case: στην περίπτωση που (συμβεί κάτι ανεπιθύμητο), "μόνο για την σπάνια πιθανότητα αναπάντεχης δυσμενής, -ούς περίπτωσης"• (σε, για την ή στην περίπτωση [που συμβεί κάτι κακό])
  • in that case*: σε αυτή(ν) την περίπτωση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, εξ αιτίας/εξαιτίας αυτού, υπολογίζοντας αυτό

επιλογή κατάλληλων προθέσεωνΕπεξεργασία

  • in case

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) Επεξεργασία