Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

case < μεσαιωνική αγγλική cas

  1. λατινική casus
  2. λατινική capsa

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
case cases

case (en)

  1. περίπτωση
  2. υπόθεση, θέμα
  3. (γραμματική) πτώση
  4. (στη γραφή) η γραφή με μικρά
  5. κουτί, κιβώτιο
  6. κρούσμα
  7. (υλικό υπολογιστή) το σιδερένιο κουτί (θήκη) που περιέχει τα εξαρτήματα ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή (ή άλλης ηλεκτρικής συσκευής)
     συνώνυμα: casing, chassis
    δείτε τη λέξη SECC
 
Κουτί υπολογιστή (case)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (just) in case: στην περίπτωση που (συμβεί κάτι ανεπιθύμητο), "μόνο για την σπάνια πιθανότητα αναπάντεχης δυσμενής, -ούς περίπτωσης"• (σε, για την ή στην περίπτωση [που συμβεί κάτι κακό])
  • in that case*: σε αυτή(ν) την περίπτωση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, εξ αιτίας/εξαιτίας αυτού, υπολογίζοντας αυτό
  • I rest my case

επιλογή κατάλληλων προθέσεωνΕπεξεργασία

  • in case

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
case cases

case (fr) θηλυκό

  1. τμήμα, μέρος
  2. κουτί, θήκη
    δείτε τη λέξη casier
  3. πρόχειρα κατασκευασμένο σπίτι, π.χ. από λαμαρίνες, ξύλο, άχυρο, κ.λπ.

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • il lui manque une case': « είναι βλίτο »