Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η περίπτωση οι περιπτώσεις
      γενική της περίπτωσης
& περιπτώσεως
των περιπτώσεων
    αιτιατική την περίπτωση τις περιπτώσεις
     κλητική περίπτωση περιπτώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περίπτωση < (λόγιο) ελληνιστική κοινή περίπτωσις (τυχαίο γεγονός) < αρχαία ελληνική περίπτωσις (εμπειρία) < περιπίπτω < περι- + πίπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περίπτωση θηλυκό

  1. το σύνολο συνθηκών και γεγονότων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση κάποιου ή κάτι
    Η Κύπρος είναι μοναδική περίπτωση, οι όποιες οικονομικές δυσκολίες του νησιού διαφέρουν σημαντικά από αυτές της Ελλάδας.
  2. πιθανότητα
    Υπάρχει περίπτωση να σε χρειαστώ αύριο. Θα μπορέσεις;
  3. (για άνθρωπο με ιδιαίτερες ικανότητες ή ελαττώματα) ιδιαίτερος άνθρωπος, ξεχωριστός
    Τελείωσε το διδακτορικό του μόλις σε έναν χρόνο. Ο άνθρωπος είναι περίπτωση!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία