Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεχωριστός η ξεχωριστή το ξεχωριστό
      γενική του ξεχωριστού της ξεχωριστής του ξεχωριστού
    αιτιατική τον ξεχωριστό την ξεχωριστή το ξεχωριστό
     κλητική ξεχωριστέ ξεχωριστή ξεχωριστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεχωριστοί οι ξεχωριστές τα ξεχωριστά
      γενική των ξεχωριστών των ξεχωριστών των ξεχωριστών
    αιτιατική τους ξεχωριστούς τις ξεχωριστές τα ξεχωριστά
     κλητική ξεχωριστοί ξεχωριστές ξεχωριστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεχωριστός < ξεχωρίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξεχωριστός

  1. αυτός που ξεχωρίζει, συνήθως με τη θετική έννοια, ο διαλεχτός, ο διακεκριμένος
  2. ο ιδιαίτερος, αυτός που έχει κάτι σημαντικό και διαφέρει από τους άλλους σε κάτι καλό
    ο Κωστάκης είναι ξεχωριστό παιδί
  3. ο πολύ καλός
    η Μαρία είναι ξεχωριστή μαθήτρια
  4. ο χωριστός από τους άλλους (π.χ. ξεχωριστό κεφάλαιο, ξεχωριστή σελίδα) αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται συνήθως το "χωριστός, χωριστή, χωριστό"
    αυτό το θέμα θα μελετηθεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία