Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαφέρω < αρχαία ελληνική διαφέρω < διά + φέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαφέρω

  1. είμαι διαφορετικός, παρουσιάζω μια ή περισσότερες διαφορές από κάτι άλλο
    σε τι διαφέρει το ατύχημα από το δυστύχημα;
    • (για μεγέθη) είμαι μεγαλύτερος ή μικρότερος από κάτι άλλο
      Στα διάφορα κράτη μέλη (της ΕΕ), παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στον τομέα της υγείας, για παράδειγμα: τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας τον πρώτο χρόνο ζωής διαφέρουν κατά πέντε μονάδες (*)
  2. υπερέχω, ξεχωρίζω
    Δοκιμάστε το προϊόν μας! Διαφέρει!

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία