Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διάφορος η διάφορη το διάφορο
      γενική του διάφορου της διάφορης του διάφορου
    αιτιατική τον διάφορο τη διάφορη το διάφορο
     κλητική διάφορε διάφορη διάφορο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διάφοροι οι διάφορες τα διάφορα
      γενική των διάφορων των διάφορων των διάφορων
    αιτιατική τους διάφορους τις διάφορες τα διάφορα
     κλητική διάφοροι διάφορες διάφορα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάφορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάφορος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάφορος

  1. διαφορετικός
  2. (μαθηματικά) δεν είναι ίσος, ο άνισος και συμβολίζεται:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάφορος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διάφορος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία