Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διαφορετικός διαφορετική διαφορετικό
γενική διαφορετικού διαφορετικής διαφορετικού
αιτιατική διαφορετικό διαφορετική διαφορετικό
κλητική διαφορετικέ διαφορετική διαφορετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαφορετικοί διαφορετικές διαφορετικά
γενική διαφορετικών διαφορετικών διαφορετικών
αιτιατική διαφορετικούς διαφορετικές διαφορετικά
κλητική διαφορετικοί διαφορετικές διαφορετικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαφορετικός < διαφέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαφορετικός, -ή, -ό

  1. που διαφέρει από κάτι άλλο
    οι ιδέες μου είναι διαφορετικές από τις δικές σου
     αντώνυμα: ίδιος, όμοιος
  2. αλλαγμένος, που παρουσιάζει διαφορά σε σχέση με άλλη χρονική στιγμή
    Κάπως διαφορετικός μου φαίνεσαι σήμερα! Τι σου συνέβη;
  3. που δεν είναι συνηθισμένος
    είναι διαφορετικός άνθρωπος αυτός, μην τον κρίνεις με τα δικά μας μέτρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία