Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαφορά διαφορές
γενική διαφοράς διαφορών
αιτιατική διαφορά διαφορές
κλητική διαφορά διαφορές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαφορά < αρχαία ελληνική διαφορά < διαφέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαφορά θηλυκό

  1. το σύνολο των χαρακτηριστικών που κάνουν ένα πρόσωπο ή πράγμα να μην είναι όμοιο με κάτι άλλο
  2. η κατάσταση που δημιουργείται από την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων
  3. το ποσό που προκύπτει από την αριθμητική πράξη της αφαίρεσης και φανερώνει πόσο ένα αριθμητικό μέγεθος είναι μεγαλύτερο από ένα άλλο
  4. (στον πληθυντικό) αντιπαράθεση λόγω ύπρξης διαφορετικών απόψεων ή συμφερόντων
    δεν ζούμε πια στην εποχή που οι άνθρωποι έλυναν τις προσωπικές τους διαφορές μονομαχώντας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με τη διαφορά ότι: για να εκφράσουμε επιμέρους αντίρρηση ή επιφύλαξη ή προϋπόθεση
    Οι δημοσιογράφοι θύμισαν στον Ολάς ότι ο 21χρονος Μπενζεμά είναι ...ερωτευμένος με τη Λιόν, ότι πέρυσι κιόλας ανανέωσε το συμβόλαιο μαζί της (έως το 2013), ότι θέλει πολύ να μείνει εκεί τουλάχιστον ακόμα μία σεζόν. «Δίκιο έχετε», απάντησε ο Ολάς. «Με τη διαφορά ότι τα ίδια μάς έλεγαν, προ μηνός, ο Κακά και ο Κριστιάνο Ρονάλντο, μα τώρα φωτογραφίζονται ως παίκτες της Ρεάλ»! (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 19 Ιουνίου 2009)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία