Arrows blue.png Δείτε επίσης: φόρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φορά οι φορές
      γενική της φοράς των φορών
    αιτιατική τη φορά τις φορές
     κλητική φορά φορές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορά < αρχαία ελληνική φορά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φορά θηλυκό

  1. ξεχωριστή περίπτωση, περίσταση ή περίοδος
    σου το είπα μια φορά, φτάνει· δε θα σου το πω και δεύτερη
    σήμερα πήγα τρεις φορές στην εφορία
  2. η κατεύθυνση, η διεύθυνση
    Ορθή αναφορά ονομάζεται, στη φυσική, οποιαδήποτε κυκλική κίνηση αντίθετης φοράς προς εκείνην των δεικτών του ωρολογίου
    Η φορά των πραγμάτων, μας οδηγεί δυστυχώς... (έτσι όπως εξελίσσονται, κατά εκεί που πάνε οι καταστάσεις..)
  3. (μαθηματικά) χρησιμοποιείται στον πολλαπλασιασμό αντί του επί
    πέντε φορές το δέκα αντί για 5 Χ 10 ή 5 επί δέκα
  4. κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης
    μια φορά με αγαπούσες, με πρόσεχες, είχαμε λεφτά, υπήρχαν σπουδαίοι ηγέτες
  5. αντί της λέξης φόρα (ορμή, απόκτηση ταχύτητας) σε αθλητικούς όρους
    άλμα άνευ φοράς

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • καμιά φορά:
    • γενικά σημαίνει κάποτε ή πότε-πότε
    • Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι νόημα έχει η ζωή
    • σε αρνητική ή ερωτηματική πρόταση: ποτέ
    • Σκέφτηκες καμιά φορά πόσα λεφτά μου έχεις στοιχίσει η ματαιοδοξία σου;
  • μια φορά:
    • άπαξ
      μια φορά γεννιέται κανείς!
    • για αποστασιοποίηση από μια ενέργεια, για να διαχωρίσει κάποιος τη θέση του, αντί του επιρρήματος πάντως, αλλά με λίγο εντονότερη αντίθεση από εκείνο
      Εγώ, μια φορά, στο είπα να μην πας!
  • μια φορά και έναν καιρό: γνωστή έναρξη παιδικών παραμυθιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φορά< φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φορά θηλυκό

  1. μεταφορά
  2. πληρωμή, καταβολή φόρου
  3. εισφορά, έρανος
  4. η παραγωγή καρπών, καρπός, σοδειά
  5. κόμιστρο, αμοιβή για μεταφορά
  6. η γρήγορη κίνηση, η ορμητική
  7. η ορμή
  8. το βάρος, αυτό που μεταφέρεται, αυτό που κάποιος φέρει, το φορτίο
  9. η τροχιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία