Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διακεκριμένος διακεκριμένη διακεκριμένο
γενική διακεκριμένου διακεκριμένης διακεκριμένου
αιτιατική διακεκριμένο διακεκριμένη διακεκριμένο
κλητική διακεκριμένε διακεκριμένη διακεκριμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διακεκριμένοι διακεκριμένες διακεκριμένα
γενική διακεκριμένων διακεκριμένων διακεκριμένων
αιτιατική διακεκριμένους διακεκριμένες διακεκριμένα
κλητική διακεκριμένοι διακεκριμένες διακεκριμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διακεκριμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος διακρίνομαι.

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διακεκριμένος αρσενικό, διακεκριμένη θηλυκό, διακεκριμένο ουδέτερο

  • που έχει διακριθεί σε κάποιον επαγγελματικό, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα, που ξεχωρίζει για την προσφορά του και έχει αποσπάσει διακρίσεις γι' αυτήν.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία