↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διακεκριμένος η διακεκριμένη το διακεκριμένο
      γενική του διακεκριμένου της διακεκριμένης του διακεκριμένου
    αιτιατική τον διακεκριμένο τη διακεκριμένη το διακεκριμένο
     κλητική διακεκριμένε διακεκριμένη διακεκριμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διακεκριμένοι οι διακεκριμένες τα διακεκριμένα
      γενική των διακεκριμένων των διακεκριμένων των διακεκριμένων
    αιτιατική τους διακεκριμένους τις διακεκριμένες τα διακεκριμένα
     κλητική διακεκριμένοι διακεκριμένες διακεκριμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
διακεκριμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διακρίνομαι

διακεκριμένος, -η, -ο

  • που έχει διακριθεί σε κάποιον επαγγελματικό, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα, που ξεχωρίζει για την προσφορά του και έχει αποσπάσει διακρίσεις γι' αυτήν.

Συγγενικά

επεξεργασία

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία