Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χωριστός χωριστή χωριστό
γενική χωριστού χωριστής χωριστού
αιτιατική χωριστό χωριστή χωριστό
κλητική χωριστέ χωριστή χωριστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χωριστοί χωριστές χωριστά
γενική χωριστών χωριστών χωριστών
αιτιατική χωριστούς χωριστές χωριστά
κλητική χωριστοί χωριστές χωριστά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωριστός < αρχαία ελληνική χωριστός < χωρίζω < χωρίς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xɔ.ɾi.ˈstɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɔ.ɾi.ˈsti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɔ.ɾi.ˈstɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χωριστός, -ή, -ό

  • που έχει αποκοπεί ή αυτονομηθεί από ένα μεγαλύτερο σύνολο ή μια ομάδα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. για να δείξει την απομόνωση ή την αυτονομία ενός χώρου από τους άλλους ή μιας λειτουργίας από τις υπόλοιπες
    έχει χωριστό δωμάτιο πια από την αδελφή του
    η συσκευή διαθέτει δύο χωριστούς διακόπτες λειτουργίας για τον ιονιστή και ...
    είναι πια χωριστός δήμος, δεν υπάγεται στης Αθήνας
    κόψ' το σε χωριστές μερίδες να φτάσει για όλους
    για το δικό σας ηλεκτρικό ρεύμα θα εκδοθεί χωριστός λογαριασμός από τη ΔΕΗ μόνον αν βάλετε δικό σας "ρολόι"
    στα μεγάλα σχολεία γίνεται χωριστός προαυλισμός, σε διαφορετικές ώρες
    υπάρχει χωριστή και κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος
  2. για να δείξει πιο έντονα μια διαφωνία ή να υπογραμμίσει μια ουσιαστική
    κατέβηκαν αυτή τη φορά στις εκλογές με χωριστούς υποψηφίους
    οι υποθέσεις διαχωρίστηκαν και για το φόνο θα γίνει χωριστή δίκη στο Κακουργιοδικείο
    ήθελε συζήτηση εφ' όλης της ύλης, αλλά του είπα ότι ειδικά τα περιουσιακά είναι χωριστό θέμα
    αλλ ο νους είναι απαθής και χωριστός των αισθητών (Αριστοτέλης)
  3. για να δείξει κάτι που γίνεται μεμονωμένα από έναν εταίρο, άτομο ή χώρα, και που η ενέργειά του να συνάψει συμφωνία με τρίτους είναι συχνά εις βάρος των άλλων εταίρων του
    έκανε χωριστή συμφωνία για το οικόπεδο με τον εξάδελφό του και οι υπόλοιποι δεν ξέραμε τίποτα
    προχώρησε σε χωριστή σύναψη ειρήνης με τους Ρώσους για να καλύψει τα νώτα του
  4. για να δείξει σειρά ενεργειών που δεν πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα
    βάλε χωριστά τα αυγά, αλλιώς δεν θα πετύχει η συνταγή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωριστός < χωρίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χωριστός,ή,όν

  1. κεχωρισμένος, χωριστός
  2. νοητά διακρινόμενος, διαφορετικός ως προς κάτι (με δοτικη συνήθως)
    χωριστόςλόγῳ ἢ τόπῳ
    χωριστός μεγέθει