Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απομόνωση απομονώσεις
γενική απομόνωσης
& απομονώσεως
απομονώσεων
αιτιατική απομόνωση απομονώσεις
κλητική απομόνωση απομονώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απομόνωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απομόνωση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον
  2. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ζει απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο, ή είναι απομονωμένος από κάποιο κοινωνικό περιβάλλον
  3. ειδικός χώρος σε φυλακή όπου οδηγούνται οι κρατούμενοι σε περίπτωση πειθαρχικού παραπτώματος και μένουν εκεί μόνοι, χωρίς να έρχονται σε επαφή με συγκρατούμενους ή επισκέπτες


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία