Δείτε επίσης: apart-

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

apart (en)

  1. χωριστά, χώρια
  2. για να δηλωθεί η απόσταση που χωρίζει δύο πράγματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία