Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

separate (en)

  1. χωρίζω
  2. διαχωρίζω
  3. (μαγειρική) κόβω με την έννοια του ανεπιθύμητου αποτελέσματος, π.χ. η σάλτσα που κόβει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

separate (en)

  1. χωριστός, ανεξάρτητος
    the car can be disassembled into many separate pieces - το αυτοκίνητο μπορεί να αποσυναρμολογηθεί σε πολλά ανεξάρτητα μέρη