Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Fall (de) αρσενικό

  1. η πτώση
  2. η περίσταση, η περίπτωση
    das ist der Fall - πρόκειται για αυτή την περίπτωση
  3. (νομικός όρος) υπόθεση

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

(αμερικανική διάλεκτος κυρίως, autumn βρετανική)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Fall (en)

  1. φθινόπωρο