Ετυμολογία

επεξεργασία
casus: μετοχή παθητικού παρακειμένου & ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής casus

cāsus, -a, -um

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική casus casa casum casī casae casa
γενική casī casae casī casōrum casārum casōrum
δοτική casō casae casō casīs casīs casīs
αιτιατική casum casam casum casōs casās casa
κλητική case casa casum casī casae casa
αφαιρετική casō casā casō casīs casīs casīs
(Επίθετα) (Μετοχές) (Αντωνυμίες) (Γερουνδιακά)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

casus, -us αρσενικό

  1. πτώση
  2. κατάπτωση
  3. σφάλμα
  4. σύμπτωμα, (τυχαίο) συμβάν
  5. ευκαιρία
  6. συμφορά
  7. (γραμματική) πτώση

Απόγονοι

επεξεργασία

casus (λατινικά)

ιταλικά: caso
νέα ελληνικά: κάζο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική casus casūs
γενική casūs casuum
δοτική casuī casibus
αιτιατική casum casūs
κλητική casus casūs
αφαιρετική casū casibus
(δ' κλίση)