Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμφορά οι συμφορές
      γενική της συμφοράς των συμφορών
    αιτιατική τη συμφορά τις συμφορές
     κλητική συμφορά συμφορές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμφορά < αρχαία ελληνική συμφορά < συμφέρω < σύν + φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμφορά θηλυκό ή συφορά

  1. Και η Βουλγαρία ολόκληρη θρήνησε την εθνική της συμφορά. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

1η κλίση - Ομάδα κατά το «στρατιά»
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική συμφορᾱ́ αἱ συμφοραί
      γενική τῆς συμφορᾶς τῶν συμφορῶν
      δοτική τῇ συμφορ ταῖς συμφοραῖς
    αιτιατική τὴν συμφορᾱ́ν τὰς συμφορᾱ́ς
     κλητική ! συμφορᾱ́ συμφοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ   τὼ συμφορᾱ́  
γεν-δοτ   τοῖν συμφοραῖν  
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμφορά < συμφέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμφορά θηλυκό ή συμφορή

  1. συσσώρευση
  2. γεγονός εξαρτώμενο από την τύχη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία